Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λήπτρια οι λήπτριες
      γενική της λήπτριας των ληπτριών
    αιτιατική τη λήπτρια τις λήπτριες
     κλητική λήπτρια λήπτριες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λήπτρια < λήπτης + -τρια

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λήπτρια θηλυκό

δείτε τη λέξη  λήπτης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία