Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοκεταρία οι κοκεταρίες
      γενική της κοκεταρίας
    αιτιατική την κοκεταρία τις κοκεταρίες
     κλητική κοκεταρία κοκεταρίες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοκεταρία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοκεταρία θηλυκό

  • Η προσπάθεια κάποιου να αρέσει στους άλλους,φιλαρέσκεια


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία