Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κεστός < αρχαία ελληνική κεστός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κεστός αρσενικό

  1. (αρχαιολογία) γυναικεία ζώνη την οποία φορούσαν κάτω από το στήθος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κεστός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κεστός (δωρικός τύπος : καστός)

  1. κεντητός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κεστός αρσενικό

  1. η ζώνη που συγκρατούσε το στήθος της Αφροδίτης
  2. (κατ’ επέκταση) γυναικεία ζώνη την οποία φορούσαν κάτω από το στήθος