Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατανεύω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

κατανεύω

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία