Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευνοώ < αρχαία ελληνική εὐνοέω, -ῶ < εὔνους

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /εv.nɔ.ˈɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ευνοώ

  1. δείχνω ιδιαίτερη προτίμηση και προσοχή σε κάποιον· δείχνω εύνοια· είμαι ευνοϊκός απέναντι σε κάποιον
  2. διευκολύνω κάτι
    η παρατεταμένη ξηρασία ευνοεί την εξάπλωση των πυρκαγιών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία