Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επί μέρους < επί + μέρους, γενική του ουσιαστικού μέρος

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

επί μέρους

  1. για κάθε πράγμα ή πρόσωπο ενός συνόλου από ξεχωριστή οπτική γωνία, χωριστό από τα άλλα
    θα εξετάσουμε τα επί μέρους προβλήματα ένα ένα
  2. για κάτι που γίνεται απομονωμένα
    το σημαντικότερο στοιχείο του συνεδρίου δεν είναι οι ομιλίες αλλά οι επί μέρους επαφές

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία