Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκπληκτικά < εκπληκτικός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

εκπληκτικά

  1. κατά τρόπο που προκαλεί έκπληξη, που ξαφνιάζει
  2. (μεταφορικά) πάρα πολύ, έντονα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

εκπληκτικά