Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διότι < αρχαία ελληνική διότι < διά + ὅτι

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

διότι

Δεν ήρθα χτες στην δουλειά, διότι ήμουν άρρωστος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία