Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διαμορφωτής οι διαμορφωτές
      γενική του διαμορφωτή των διαμορφωτών
    αιτιατική τον διαμορφωτή τους διαμορφωτές
     κλητική διαμορφωτή διαμορφωτές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαμορφωτής < διαμορφώνω + -τής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαμορφωτής αρσενικό (θηλυκό: διαμορφώτρια)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία