Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεντρόκηπος < δέντρο + κήπος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δεντρόκηπος αρσενικό

  1. κήπος φυτεμένος με δέντρα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία