Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γελιέμαι < παθητική φωνή του ρήματος γελάω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʝeˈʎe.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γε‐λιέ‐μαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

γελιέμαι, π.αόρ.: γελάστηκα, μτχ.π.π.: γελασμένος, (ενεργ.: γελάω/γελώ)

  1. με γελούν, με ξεγελούν, με εξαπατούν
  2. κάνω λάθος
    γελιέσαι αν νομίζεις ότι θα σου κάνω όλα τα χατίρια
     συνώνυμα: απατώμαι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία