Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βαρελοσανίδα οι βαρελοσανίδες
      γενική της βαρελοσανίδας των βαρελοσανίδων
    αιτιατική τη βαρελοσανίδα τις βαρελοσανίδες
     κλητική βαρελοσανίδα βαρελοσανίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαρελοσανίδα < βαρέλι + σανίδα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βαρελοσανίδα θηλυκό

  • σανίδα βαρελιού, σανίδα που έχει υποστεί ειδική επεξεργασία κοπής και ελαφριάς κύρτωσης για τη κατασκευή βαρελιού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία