Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βάτεμα τα βατέματα
      γενική του βατέματος των βατεμάτων
    αιτιατική το βάτεμα τα βατέματα
     κλητική βάτεμα βατέματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάτεμα < βατεύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βάτεμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια του βατεύω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία