Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάρνα < σανσκριτική वर्ण (várṇa, χρώμα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βάρνα θηλυκό

  1. (ινδουισμός) κοινωνική τάξη στον ινδουισμό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία