Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρμυρήθρα αρμυρήθρες
γενική αρμυρήθρας
αιτιατική αρμυρήθρα αρμυρήθρες
κλητική αρμυρήθρα αρμυρήθρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρμυρήθρα < αρμυρός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρμυρήθρα θηλυκό

  1. Φυτό ποώδες που φυτρώνει σε παραθαλάσσια μέρη


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία