Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αραιώνω < αρχαία ελληνική ἀραιῶ + -ώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αραιώνω

  1. μειώνω την πυκνότητα κάποιου διαλύματος, προσθέτοντας μια άλλη ουσία
  2. κάνω κάτι σε μικρότερη χρονική συχνότητα
  3. μεγαλώνω την απόσταση μεταξύ πραγμάτων ή αντικειμένων

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία