Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απτότητα οι απτότητες
      γενική της απτότητας των απτοτήτων
    αιτιατική την απτότητα τις απτότητες
     κλητική απτότητα απτότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απτότητα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απτότητα θηλυκό

  • η ιδιότητα να είναι κάποιος απτός

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία