Χρειάζεται παραπομπή σε λεξικό, εγχειρίδιο ή κείμενο.


Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλκάλωση οι αλκαλώσεις
      γενική της αλκάλωσης των αλκαλώσεων
    αιτιατική την αλκάλωση τις αλκαλώσεις
     κλητική αλκάλωση αλκαλώσεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δεν συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλκάλωση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλκάλωση θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία