Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αεραπόβαση οι αεραποβάσεις
      γενική της αεραπόβασης των αεραποβάσεων
    αιτιατική την αεραπόβαση τις αεραποβάσεις
     κλητική αεραπόβαση αεραποβάσεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δεν συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Αεραπόβαση από ελικόπτερο
 
Αεραπόβαση δια αεροπλάνου

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αεραπόβαση < αερ- + απόβαση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αεραπόβαση θηλυκό

  1. (στρατιωτικός όρος, αεροπορικός όρος) απόβαση που επιχειρείται με αεροπλάνα και ελικόπτερα,
  2. είδος στρατιωτικής επέμβασης ή επιχείρησης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία