Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αγηματάρχης οι αγηματάρχες
      γενική του αγηματάρχη των αγηματαρχών
    αιτιατική τον αγηματάρχη τους αγηματάρχες
     κλητική αγηματάρχη αγηματάρχες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγηματάρχης < (άγημα) αγηματ- + -άρχης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγηματάρχης αρσενικό

  1. (στρατιωτικός όρος) ο διοικητής αγήματος, αξιωματικός ή υπαξιωματικός οποιουδήποτε όπλου ή σώματος ασφαλείας εκ του οποίου συγκροτείται το άγημα
  2. (γενικότερα) ο διευθύνων οποιοδήποτε άγημα π.χ. πυρόσβεσης, αποκατάστασης διαρροής κ.λπ., όπως πλοίων, εγκαταστάσεων κ.ά.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία