Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Τουρκαλβανός οι Τουρκαλβανοί
      γενική του Τουρκαλβανού των Τουρκαλβανών
    αιτιατική τον Τουρκαλβανό τους Τουρκαλβανούς
     κλητική Τουρκαλβανέ Τουρκαλβανοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Τουρκαλβανός < → λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Τουρκαλβανός αρσενικό

  1. Αλβανός μουσουλμάνος. Συχνό σε ιστορικά κείμενα.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία