Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Πεφταστέρια, πληθυντικός του πεφταστέρι < πέφτει + αστέρι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Πεφταστέρια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία