Δείτε επίσης: Νεκώς

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Νεκῶς
      γενική τοῦ Νεκ
      δοτική τῷ Νεκ
    αιτιατική τὸν Νεκῶν
     κλητική ! Νεκ
ανώμαλη κλίση, Κατηγορία 'Νεκῶς' όπως «Νεκῶς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Νεκῶς αρσενικό

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

Αλλόγλωσσα παράγωγαΕπεξεργασία

  • Νεκώς (νέα ελληνικά)
  • Necho (αγγλικά, γερμανικά)
  • Nékao (μεταγραφή)

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Trismegistos People, βάση ονομάτων μη βασιλικών προσώπων που αναφέρονται ως κάτοικοι της Αιγύπτου μεταξύ του 800 π.Χ. και του 800 μ.Χ., KU Leuven
  • «Νεκώς» - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.