Δείτε επίσης: μεσόγειος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Μεσόγειος
      γενική της Μεσογείου
    αιτιατική τη Μεσόγειο
     κλητική Μεσόγειε
(Μεσόγειο)
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μεσόγειος < → δείτε τη λέξη Μεσόγειος Θάλασσα < (μεταφραστικό δάνειο) υστερολατινική Mediterraneum.[1] ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου μεσόγειος < αρχαία ελληνική μεσόγειος, μεσόγεως, μεσόγαιος. Εννοείται η λέξη θάλασσα.

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Μεσόγειος θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.