Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Λουτρακιώτης < Λουτράκι + -ιώτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Λουτρακιώτης Λουτρακιώτες
γενική Λουτρακιώτη Λουτρακιωτών
αιτιατική Λουτρακιώτη Λουτρακιώτες
κλητική Λουτρακιώτη Λουτρακιώτες

Λουτρακιώτης αρσενικό, θηλυκό Λουτρακιώτισσα

  1. (πατριδωνυμικό) ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από το Λουτράκι

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία