Άνοιγμα κυρίου μενού

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός
Ονομαστική Λευΐς
Γενική Λευΐ
Δοτική (;)
Αιτιατική Λευΐν
Κλητική (;)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Λευΐς < εβραϊκή לוי (leví)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Λευΐς αρσενικό

  • (ελληνιστική κοινή) άλλη μορφή του Λευΐ
    Καὶ μετὰ ταῦτα ἐξῆλθε καὶ ἐθεάσατο τελώνην ὀνόματι Λευΐν, καθήμενον ἐπὶ τὸ τελώνιον, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. καὶ καταλιπὼν ἅπαντα ἀναστὰς ἠκολούθησεν αὐτῷ. καὶ ἐποίησε δοχὴν μεγάλην Λευῒς αὐτῷ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, καὶ ἦν ὄχλος τελωνῶν πολὺς καὶ ἄλλων οἳ ἦσαν μετ' αὐτῶν κατακείμενοι. (Ευαγγέλιο Κατά Λουκάν, ε', 27-29)