Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Λάμπτρ αἱ Λαμπτραί
      γενική τῆς Λάμπτρᾱς τῶν Λαμπτρῶν
      δοτική τῇ Λάμπτρ ταῖς Λαμπτραῖς
    αιτιατική τὴν Λάμπτρᾱν τὰς Λαμπτρᾱ́ς
     κλητική ! Λάμπτρ Λαμπτραί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Λαμπτρᾱ́?
γεν-δοτ τοῖν  Λαμπτραῖν?
Ετερόκλιτο της 1ης κλίσης. Ενικός όπως χώρα. Πληθυντικός όπως στρατιά.
1η κλίση, όπως «ετερόκλιτα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Λαμπτραί < λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Λαμπτραί θηλυκό στον πληθυντικό (στον ενικό: Λάμπτρα, επίσης Λάμπρα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη λαμπτήρ

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία