Αναϊδιάρης
Νέα ελληνικά (el)
επεξεργασίαΕτυμολογία
επεξεργασία- Αναϊδιάρης < + -άρης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κύριο όνομα
επεξεργασίαΑναϊδιάρης αρσενικό (θηλυκό Αναϊδιάρη)
Αναϊδιάρης αρσενικό (θηλυκό Αναϊδιάρη)