Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική zdrobnienie zdrobnienia
γενική zdrobnienia zdrobnień
δοτική zdrobnieniu zdrobnieniom
αιτιατική zdrobnienie zdrobnienia
οργανική zdrobnieniem zdrobnieniami
τοπική zdrobnieniu zdrobnieniach
κλητική zdrobnienie zdrobnienia

  Ετυμολογία Επεξεργασία

zdrobnienie < zdrobnić

  ΠροφοράΕπεξεργασία

zdrobnienie 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

zdrobnienie (pl) ουδέτερο

  1. (γραμματική) υποκοριστικό
    zdrobnieniem rzeczownika dom jest domek a rzeczownika lampa to lampka - το υποκοριστικό του ουσιαστικού σπίτι είναι σπιτάκι και του ουσιαστικού λάμπα είναι λαμπίτσα