Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική uzda uzdy
γενική uzdy uzd
δοτική uździe uzdom
αιτιατική uzdę uzdy
οργανική uzdą uzdami
τοπική uździe uzdach
κλητική uzdo uzdy

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

uzda (pl) θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία