Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

  1. τετριμμένος, κοινότοπος
    trivial case - τετριμμένη περίπτωση
  2. (μαθηματικά) τετριμμένος
    trivial vector space - τετριμμένος διανυσματικός χώρος



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό trivial triviaux
θηλυκό triviale triviales

trivial (fr)

  1. κοινότοπος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία