ενικός         πληθυντικός  
security securities

  Ετυμολογία

επεξεργασία
security < secure + -ity

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

security (en)

  1. (μη μετρήσιμο) η ασφάλεια, η σιγουριά, οι δραστηριότητες που συνεπάγονται με την προστασία μιας χώρας, ενός κτιρίου ή ενός ατόμου από επίθεση, κίνδυνο κτλ.
    national/state security - εθνική/κρατική ασφάλεια
    public security - δημόσια ασφάλεια
    the UN Security Council - το Συμβούλιο Ασφάλειας του ΟΗΕ
    National Security Service - Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας
    He is a risk to national security.
    Είναι άνθρωπος επικίνδυνος για την εθνική ασφάλεια.
     συνώνυμα: safety
  2. (μη μετρήσιμο) ο έλεγχος, ένα μέρος σε ένα αεροδρόμιο όπου μια αρχή ελέγχει τις αποσκευές μου
    At airport security it is mandatory to show your ticket.
    Στον έλεγχο του αεροδρομίου είναι υποχρεωτικό να δείξεις το εισητήριό σου.
  3. (μη μετρήσιμο) η ασφάλεια, το τμήμα μεγάλης εταιρείας ή οργανισμού που ασχολείται με την προστασία των κτιρίων, του εξοπλισμού και του προσωπικού της
    private security - ιδιωτική ασφάλεια
    the personal security of the prime minister - η προσωπική ασφάλεια του υπουργού
  4. (μη μετρήσιμο) η ασφάλεια, η προστασία από κάτι κακό που μπορεί να συμβεί στο μέλλον
    It exceeded the security limit.
    Ξεπέρασε το όριο ασφαλείας.
  5. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η εγγύηση, ένα πολύτιμο αντικείμενο, όπως ένα σπίτι, που συμφωνώ να δώσω σε κάποιον εάν δεν είμαι σε θέση να επιστρέψω τα χρήματα που έχω δανειστεί από αυτόν
    I pay a sum of money as security
    Καταβάλλω ένα χρηματικό ποσό ως εγγύηση.
    After the expiration of the lease, the lessor is obliged to return the full amount of the security deposit.
    Μετά τη λήξη της μίσθωσης ο εκμισθωτής οφείλει να επιστρέψει ακέραιο το ποσό της εγγύησης.
  6. (οικονομία, συνήθως πληθυντικός) το χρεόγραφο, το αξιόγραφο, έγγραφα που αποδεικνύουν ότι κάποιος είναι κάτοχος μετοχών κτλ. σε μια συγκεκριμένη εταιρεία
    government securities - κρατικά χρεόγραφα

Πολυλεκτικοί όροι

επεξεργασία