Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική pocałunek pocałunki
γενική pocałunku pocałunków
δοτική pocałunkowi pocałunkom
αιτιατική pocałunek pocałunki
οργανική pocałunkiem pocałunkami
τοπική pocałunku pocałunkach
κλητική pocałunku pocałunki

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˌpɔ.ʦ̑a.ˈwũ.nɛk/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pocałunek (pl) αρσενικό

  1. το φιλί

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία