Άνοιγμα κυρίου μενού

Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική półka półki
γενική półki półek
δοτική półce półkom
αιτιατική pół półki
οργανική pół półkami
τοπική półce półkach
κλητική półko półki

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpuwka/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

półka (pl) θηλυκό

  1. το ράφι

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία