Αγγλικά (en)Επεξεργασία

ενεστώτας knock down
γ΄ ενικό ενεστώτα knocks down
αόριστος knocked down
παθητική μετοχή knocked down
ενεργητική μετοχή knocking down

  Ετυμολογία Επεξεργασία

knock down < → δείτε τις λέξεις knock και down

  ΡήμαΕπεξεργασία

knock down (en)

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 598. ISBN 9780194325684. , λήμμα: ξαπλώνω