Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

forçat < ιταλική forzato < forzare (=καταναγκάζω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fɔʁ.sa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
forçat forçats

forçat (fr) αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία