Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

fiddle (en)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

fiddle (en)

  1. (μουσική), (ανεπίσημο) παίζω ένα απ' τα παραπάνω έγχορδα, παίζω έγχορδο με δοξάρι, δοξαρίζω, βιολονίζω
  2. (μεταφορικά) ρυθμίζω ή παραποιώ
  3. μαστορεύω ή πειραματίζομαι με κάτι