Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

dispatch (en)

  1. αποστέλλω
    • αναθέτω αποστολή σε κάποιον, στέλνω κάποιον σε αποστολή
  2. αναφορά, αναφέρω σε ασύρματο ή απλά λεω ειδήσεις