Επίθετο

επεξεργασία

disparate (fr)

παραθετικά
θετικός disparate
συγκριτικός more disparate
υπερθετικός most disparate

  Επίθετο

επεξεργασία

disparate (en)

  1. τελείως διαφορετικός, αλλιώτικος, ανόμοιος, διαφορετικός, διάφορος
     συνώνυμα::dissimilar, different
  2. ποικίλος
     συνώνυμα: varied



  Ουσιαστικό

επεξεργασία
ενικός πληθυντικός
disparate disparates

disparate (pt) αρσενικό