Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

copy (en)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
copy copies

copy (en)

  1. αντίγραφο
  2. (πληροφορική) αντιγραφή τύπου δεδομένων (data type), έχει δύο υπώνυμα: shallow copy και deep copy

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία