Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

compatible (en)

  1. συμβατός
  2. (λογισμικό, υλικό υπολογιστή) το λογισμικό (software), το υλικό (hardware) ή γενικότερα το περιβάλλον (environment), με το οποίο κάποιο κάποιο λογισμικό μπορεί να λειτουργήσει αρμονικά
  3. (βάσεις δεδομένων), (στο σχεσιακό μοντέλο), (στη σχεσιακή άλγεβρα) συμβατές σχέσεις

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

compatible < λατινική compatibilis

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kɔ̃.pa.tibl/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

compatible (fr)

  1. συμβατός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία