ενεστώτας allow
γ΄ ενικό ενεστώτα allows
αόριστος allowed
παθητική μετοχή allowed
ενεργητική μετοχή allowing

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /əˈlaʊ/
 
 

allow (en)

Αντώνυμα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία