Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική agrafka agrafki
γενική agrafki agrafek
δοτική agrafce agrafkom
αιτιατική agrafkę agrafki
οργανική agrafką agrafkami
τοπική agrafce agrafkach
κλητική agrafko agrafki

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈɡraf.ka/
agrafka 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

agrafka (pl) θηλυκό

  1. η παραμάνα (είδος καρφίτσας)