Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

accommodate (en)

  1. προσαρμόζω
  2. συμβιβάζω, οδηγώ δύο αντιτιθέμενα μέρη σε συμφωνία
  3. εξυπηρετώ
    • able to accommodate: ικανό να εξηγήσει-περιγράψει, για μαθηματική φόρμουλα που είναι ικανή να περιγράψει φαινόμενο