Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Tarnung die Tarnungen
γενική der Tarnung der Tarnungen
δοτική der Tarnung den Tarnungen
αιτιατική die Tarnung die Tarnungen

Tarnung (de) θηλυκό

  1. καμουφλάζ