Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Tätigkeit die Tätigkeiten
γενική der Tätigkeit der Tätigkeiten
δοτική der Tätigkeit den Tätigkeiten
αιτιατική die Tätigkeit die Tätigkeiten

Tätigkeit (de) θηλυκό

  1. η δράση, η δραστηριότητα, η ασχολία
  2. η λειτουργία
  3. η απασχόληση, η εργασία, η ασχολία