Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Lüge die Lügen
γενική der Lüge der Lügen
δοτική der Lüge den Lügen
αιτιατική die Lüge die Lügen

Lüge (de) θηλυκό

  1. ψέμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία