Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Geständnis die Geständnisse
γενική des Geständnisses der Geständnisse
δοτική dem Geständnis den Geständnissen
αιτιατική das Geständnis die Geständnisse

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Geständnis < gestehen

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Geständnis (de) ουδέτερο

  1. ομολογία