Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Geriaterin, θηλυκό του Geriater

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Geriaterin die Geriaterinnen
γενική der Geriaterin der Geriaterinnen
δοτική der Geriaterin den Geriaterinnen
αιτιατική die Geriaterin die Geriaterinnen

Geriaterin (de) θηλυκό

  1. η γηρίατρος

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία