Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Daumen die Daumen
γενική des Daumens der Daumen
δοτική dem Daumen den Daumen
αιτιατική den Daumen die Daumen

Daumen (de) αρσενικό

  1. αντίχειρας